μονόγαμος


μονόγαμος
-η, -ο (ΑΜ μονόγαμος, -ον)
αυτός που έχει παντρευτεί μία μόνο φορά ή αυτός που έχει παντρευτεί μία μόνο γυναίκα ή αυτή που έχει παντρευτεί έναν μόνο άντρα
νεοελλ.
1. αυτός που τηρεί τη συζυγική πίστη και δεν επιζητεί εξωσυζυγικές σχέσεις
2. ζωολ. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα μονόγαμα
χαρακτηριστική κατηγορία ζώων τα οποία δημιουργούν αποκλειστική αναπαραγωγική σχέση με έναν μόνο σύντροφο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μον(ο)-* + γάμος (πρβλ. πολύ-γαμος)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μονόγαμος — one who marries but once masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονογάμου — μονόγαμος one who marries but once masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονογάμους — μονόγαμος one who marries but once masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονογάμων — μονόγαμος one who marries but once masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονογάμῳ — μονόγαμος one who marries but once masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονόγαμοι — μονόγαμος one who marries but once masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονόγαμον — μονόγαμος one who marries but once masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • UNIVIRIA — apud Treb. Pollionem in Tito, c. 32. Huius uxor Calphurnia quam Maiores nostri univiriam Sacerdotem inter sacratissimas feminas adorârunt, cuius statuam in templo Veneris adhuc videmus etc. in Glossis Isidori, Unicuba dicitur, unius viri uxor, ἡ… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • monógamo — (Del gr. monos, uno + gamos, matrimonio.) ► adjetivo/ sustantivo masculino 1 SOCIOLOGÍA Que está casado con una sola mujer: ■ la ley sólo permite hombres monógamos. ANTÓNIMO polígamo ► adjetivo/ sustantivo 2 Que se ha casado una sola vez: ■ desde …   Enciclopedia Universal

  • γάμος — Θεσμός που αποβλέπει στη ρύθμιση των σχέσεων των δύο φύλων στα πλαίσια μιας κοινής συμβίωσης και στον καθορισμό της νομικο κοινωνικής θέσης των παιδιών που θα γεννηθούν με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των γεννητόρων (υπηκοότητα, εθνικότητα,… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.